Εάν συνηθίσεις στη σιωπή… Νίκος Παπαδογιάννης

Τέσσερις σκακιέρες, μία βιβλιοθήκη, ένα κάστρο και ένα σχολείο που αντιστέκονται στο σκοτάδι

 

Απομακρύνθηκα από το κλεινόν άστυ για ένα τριήμερο και –σε πείσμα όσων με θεωρούν απαισιόδοξο, μίζερο, γκρινιάρη και γέρο του Μάπετ Σόου – επέστρεψα στη βάση μου πιο αισιόδοξος. Οι άνεμοι με έφεραν στη Μεθώνη της Μεσσηνίας, όχι για μακροβούτια, που πάντως δεν μου ξέφυγαν, αλλά για σκοπό ακόμα καλύτερο.

 

Οι πεφωτισμένοι διευθυντάδες και δάσκαλοι του τοπικού Γυμνασίου και Λυκείου διοργάνωσαν για δεύτερη σερί χρονιά συνέδριο εκπαιδευτικής φιλοξενίας και, ας είναι καλά οι άνθρωποι, επέλεξαν να καλέσουν και την αφεντιά μου, για να μιλήσω στα παιδιά. Τα θέμα του διημέρου ήταν «Ταξίδι και Βιβλίο» και η σύνθεση της ομάδας εκλεκτή, αφού περιλάμβανε, μεταξύ καλών άλλων, τον μπαρουτοκαπνισμένο στα μέτωπα των πολέμων συνάδελφο Γιώργο Αυγερόπουλο και τον ανήσυχο σκηνοθέτη της εξαίρετης ταινίας «Ντάνιελ 16» Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο.

 

IMG 441939873fb416e0fa925c82a3dfd0ab V

 

Εγώ συμβαίνει να ταξιδεύω πολύ (περίπου 55 χώρες μετράω κάθε φορά που με πιάνει αϋπνία και βαριέμαι να μετρήσω προβατάκια), γράφω ακόμα περισσότερο και έχω στο βιογραφικό μου και δύο βιβλία, «Ο Νίκος Λείπει» και «Τα Ματς Της Ζωής Μου», χώρια τα 4 ή 5 που έχω μεταφράσει. «Σε διάβαζα από τότε που έγραφες στο περιοδικό Τρίποντο και ήμουν φανατική θαυμάστρια του Ντράζεν Πέτροβιτς», μου είπε η Κατερίνα Πλακούδα, διδακτόρισσα ψυχογλωσσολογίας και διευθύντρια του Γυμνασίου. «Θα τα πάμε πολύ καλά», της απάντησα, πριν ακόμη γνωριστούμε από κοντά.

 

 

Την πρώτη επαφή την έκανε ο Μιχάλης Καλκαβούρας, φυσικός, ενώ τα της φιλοξενίας ανέλαβε να τα ρυθμίσει η Κατερίνα Διακουμάκου, φιλόλογος. Διευθυντής του Λυκείου είναι ο Δημήτρης Γιαννούτσος, μαθηματικός. Αλλά δεν έχουν σημασία τα ονόματα των καθηγητάδων και είμαι βέβαιος ότι οι ίδιοι θα προτιμούσαν να μη τα αναφέρω. Αγνοώ την επιθυμία τους και προχωρώ παρακάτω.

 

IMG20240414124938

IMG20240413175358

 

Έμεινα δίπλα στους καθηγητές και στους περίπου 100 μαθητές της Μεθώνης (και των γύρω χωριών) περίπου δύο μέρες και δεν έχω λόγια για να περιγράψω πόσο τους εκτίμησα. Είχα διαρκώς την αίσθηση, ότι βρισκόμουν σε κάποιο ατίθασο γαλατικό χωριό, που αντιστέκεται στην οπισθοδρόμηση και κρατάει φάρο αναμμένο, για να δείχνει τον δρόμο στα υπόλοιπα σχολεία και στην κοιμισμένη κοινωνία μας. Σε έναν νομό σεσημασμένο για τις συντηρητικές πεποιθήσεις των ψηφοφόρων του, το Γυμνάσιο και Λύκειο της Μεθώνης σκέφτεται προοδευτικά και μετουσιώνει τις πεποιθήσεις του σε έργο.

 

Η πρώτη αίθουσα που αντίκρυσα φτάνοντας ήταν μία γιγάντια βιβλιοθήκη, με βιβλία ελληνόφωνα και αγγλόφωνα, κληροδότημα εν μέρει των Ρόμπινσον, εκείνου του ζευγαριού Αμερικανών που βρέθηκε νεκρό πέρυσι στον Ταΰγετο, κατόπιν –είπαν- αυτοχειρίας. Πιο δίπλα, μία αφίσα: «Την ερχόμενη Παρασκευή, το σχολείο μας οργανώνει ημερίδα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης για τους μαθητές». Στο προαύλιο, στημένες τέσσερις σκακιέρες. «Ιδρύσαμε σωματείο σκακιού και κάνουμε πρωταθλητισμό στην Πελοπόννησο, πέρυσι βγήκαμε δεύτεροι πίσω από την Κόρινθο», καυχήθηκε κάποιος δάσκαλος.

 

IMG 94f3f246ce78d0d0d889113f871fb8a2 V

 

Πριν καλά καλά ακουμπήσω το σαρκίο μου στα αναπαυτικά κρεβάτια του «Ανεμόμυλου», που είναι κάμπινγκ για σκηνές και τροχόσπιτα μπροστά στη θάλασσα αλλά έχει και δωμάτια, με κάλεσαν να παρακολουθήσω ξενάγηση στο εκπληκτικό βενετσιάνικο κάστρο της Μεθώνης. Και ποιος θα αναλάβει ρόλο ξεναγού; «Μα, τα ίδια τα παιδιά. Έχουν μάθει όλες τις λεπτομέρειες και συχνά αναλαμβάνουν να ξεναγήσουν τα άλλα σχολεία που επισκέπτονται την πόλη μας».

 

Ορισμένοι από τους ακροατές του συνεδρίου, άνθρωποι μορφωμένοι και αριστεροί, με μύησαν σε βιβλία που θα είχα ήδη διαβάσει εάν γνώριζα την ύπαρξή τους, πολύ πιο σημαντικά από τα δικά μου, όπως «Τα Πέτρινα Πανεπιστήμια» της Κυριακής Καμαρινού. Τα παιδιά με τα οποία συνομίλησα έμοιαζαν ωριμότερα και από τους γονείς τους, χωρίς ωστόσο να συμβιβάζουν την πολύτιμη παιδικότητά τους. Η πρώτη ερώτηση που μου έκαναν μετά την ομιλία μου ήταν η ίδια που μου κάνουν πάντοτε, όλοι, παντού: «Κύριε Νίκο, τι ομάδα είστε;»

 

Οι έφηβοι μαθητές άκουσαν τις ομιλίες και παρακολούθησαν την ταινία ευλαβικά σιωπηλοί, χωρίς να βγάζουν άχνα. Με απόλυτο σεβασμό και έκδηλο ενδιαφέρον. Κάποιοι είχαν ετοιμάσει και ερωτήσεις, γραμμένες σε χαρτί για να μη τις λησμονήσουν. Οι εμπειρίες του Γιώργου Αυγερόπουλου από τις εμπόλεμες ζώνες άφησαν αγόρια και κορίτσια με το στόμα ανοιχτό. Εγώ πήρα τη σκυτάλη αμέσως μετά και δεν ήξερα τι να πω. «Τώρα που έφτασε η σειρά μου να μιλήσω, αισθάνομαι σαν καλλιτέχνης που καλείται να τραγουδήσει μετά τους Ρόλινγκ Στόουνς», είπα μόλις έφτασα στο μικρόφωνο. Από τα γέλια των παιδιών, κατάλαβα ότι ήξεραν και τους Ρόλινγκ Στόουνς.

 

IMG 855f2f0c47b2211fe2456e5184e57316 V

 

Οι μισοί, περίπου, μαθητές και μαθήτριες του σχολείου προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, με καταγωγή από την Αλβανία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και άλλες κοντινές χώρες. Πολλοί έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, παιδιά αλλοδαπών γονιών που ήρθαν στον τόπο μας πριν από δεκαετίες, σε αναζήτηση καλύτερης μοίρας. «Αρκετοί μαθητές θα απουσιάσουν από την εκδήλωση της Κυριακής, επειδή βοηθάνε στις ταβέρνες και στα χωράφια», με προειδοποίησαν οι αμφιτρύονες της γιορτής. «Την επόμενη φορά, θα σε καλέσουμε να τους μιλήσεις μέσα στην τάξη, για να μη λείπει κανείς».

 

Το νερό της θάλασσας, στα ανοιχτά της Μεθώνης, είναι ακόμη ροζ από το αίμα των εκατοντάδων προσφύγων και μεταναστών που ξεψύχησαν στο πολύνεκρο ναυάγιο της Πύλου. Μόλις βεβαιώθηκα ότι το έδαφος ήταν πρόσφορο για σκέψη και ανησυχία, άφησα κατά μέρος όσα ξένοιαστα και ταξιδιάρικα σκόπευα να τους διηγηθώ και προειδοποίησα τους μαθητές ότι οφείλουν να είναι πάντοτε έτοιμοι και για τέτοιου είδους «ταξίδι». Για το καταναγκαστικό, με προορισμό το άγνωστο και βάρκα την ελπίδα. Και με αφετηρία ένα σπίτι που καίγεται ή μία πόλη που βομβαρδίζεται.  «Μεθαύριο θα είμαστε εμείς στις βάρκες», τους είπα. «Όπως ήταν η γιαγιά μου, το ‘22».

 

IMG 441939873fb416e0fa925c82a3dfd0ab V

IMG20240413204314

IMG20240414120154IMG20240414120725 BURST000 COVER

 

Γόνατα που δεν βαστάνε άλλο

 

Αμέσως μετά, τους διάβασα το παρακάτω κείμενο από το πρώτο βιβλίο μου. «Αυτά που άκουσαν, τα συζητάνε στα πηγαδάκια ακόμα και σήμερα», μου επιδαψίλευσε τίτλο τιμής την επόμενη μέρα κάποιος από τους καθηγητές. Διαβάστε το κι εσείς και πείτε μου αν έχω δίκαιο που επέστρεψα από τη Μεθώνη αισιόδοξος. Ο τίτλος του κεφαλαίου είναι: «Χέρια που στάζουν δηλητήριο». Και έχει ως εξής:

 

Mαλλιά. Πολλά μαλλιά. Ένα χτικιάρικο πέτρινο μπουντρούμι, γεμάτο μαλλιά. Και γένια. Τρίχες γκρίζες, νεκρές, να μυρίζουν θάνατο. Ένα κελί γεμάτο άφατη θλίψη, πίσω από μία γυάλινη προθήκη νοτισμένη από τα δάκρυα των επισκεπτών. «Αυτά τα μαλλιά μπορεί να προέρχονται από τη γενειάδα του παππού μου», ψιθύρισε, πίσω μου, ένας άνδρας με σβηστή φωνή. «Ή του πατέρα μου», υπερθεμάτισε μία κοπέλα. «Ή του αδελφού μου», συμπλήρωσε ένα γεροντάκι. «Μπορεί να είναι και δικά μου», ψέλλισε κάποιος, και μας έκοψε μεμιάς τα γόνατα.

 

Παιχνίδια. Πολλά παιχνίδια. Ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια. Παιχνίδια παιδιών που δεν μεγάλωσαν ποτέ. Παιχνίδια, που δεν γνώρισαν ποτέ την ξενοιασιά χαρούμενων χεριών. «Να, παίξε με την κούκλα σου και μη κάνεις φασαρία, αλλιώς θα έρθουν και θα μας πάρουν». Ποιοι; «Οι κύριοι με τις στολές. Να χαμογελάς όταν τους βλέπεις. Και να τους λες πάντα γκούτεν ταγκ». Κούκλες χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Δωμάτια χωρίς ψυχή. Δάκρυα χωρίς πρόσωπα. Γόνατα που δεν βαστάνε άλλο.

 

Πρόσωπα. Πολλά πρόσωπα. Αντρικά, γυναικεία, γεροντίστικα, παιδικά. Το ίδιο πρόσωπο, σε πολλές διαφορετικές εκδοχές. Σκούρο δέρμα, ανοιχτό δέρμα, πάντοτε τσιτωμένο δέρμα, από τις κακουχίες και από τον τρόμο. Και από την πείνα. Και από την αγωνία της επιβίωσης. Και από τον τρόμο. Τον ανείπωτο τρόμο.

 

«Εσείς, λινκς. Εσείς, ρεχτς». Δεξιά, οι χρήσιμοι, όσοι κρίνονταν ικανοί για καταναγκαστική εργασία. Αριστερά, οι άχρηστοι, εκείνοι που δεν τους άξιζε να ζήσουν. Πρόσωπα. Πολλά πρόσωπα. Πρόσωπα από το παρελθόν, με ένα νούμερο από κάτω. Πρόσωπα νεκρών. «Αυτή η γυναίκα μοιάζει με τη θεία μου, την Εσθήρ». Πόδια που τρέμουν. Μάτια που κλαίνε. Η πινακοθήκη του ερέβους.

 

Εργαλεία. Πολλά εργαλεία. Ιατρικά εργαλεία. Κατασκευάσματα που φτιάχτηκαν για να σώζουν ζωές. Εργαλεία βασανιστηρίων. Λαβίδες που τραβούσαν τα έμβρυα μέσα από την κοιλιά της μάνας, για να σπάσει πλάκα ο δόκτωρας. Νυστέρια που έσφαζαν πόντο πόντο τα βρέφη, για να μετρήσουν τις αντοχές τους. Οινόπνευμα που ξέπλενε πληγές, χαραγμένες στο κορμί της ανθρωπότητας. Δοκιμαστικοί σωλήνες που δοκίμαζαν τα όρια της ανθρώπινης διαστροφής. Φωτογραφίες που ντρέπονταν για όσα εικόνιζαν. Το ιατρείο της κόλασης. Η κόλαση επί της γης.

 

Λουλούδια. Πολλά λουλούδια. Και αναμμένα καντηλάκια. «Δεν θα σας ξεχάσουμε ποτέ». «Πεθάνατε για να ζήσουμε εμείς ελεύθεροι». «Σας ευχαριστούμε για τη θυσία σας». Λουλούδια κόκκινα, όπως το αίμα. Λουλούδια άσπρα, όπως το δέρμα το αναιμικό, που ετοιμάζεται να παραδοθεί. Λουλούδια κίτρινα, όπως τα μάτια των δημίων. Λουλούδια χωρίς ευωδιά. Τα άνθη του κακού.

 

Και γρασίδι. Καταπράσινο γρασίδι, να θυμίζει ζωή. Γρασίδι, στις αυλές των σπιτιών. Των σπιτιών των τυράννων. «Πάω να σκοτώσω καμιά χιλιοστή βρωμοεβραίους, γυναίκα, αλλά θα επιστρέψω έγκαιρα για το μεσημεριανό. Φτιάξε το σνίτσελ που μου αρέσει και ζεστή μηλόπιτα, που την πεθύμησα. Πες στα παιδιά να καθίσουν ήσυχα και να βγουν να παίξουν στις κούνιες». Στις κούνιες, δίπλα στις καμινάδες.

 

Βρύσες. Πολλές βρύσες. Βρύσες που ξερνούσαν δηλητήριο. Άδεια γκαζάκια από παρασιτοκτόνο. Τα παράσιτα της ιστορίας, χέρια λερωμένα με φαρμάκι. Μία επιγραφή που γράφει «Λουτρά», χωρίς να κοκκινίζει από αισχύνη. Οι θάλαμοι που είχαν μόνο είσοδο. Οι φούρνοι που είχαν την έξοδο στο ταβάνι. Έμπαινε άνθρωπος, έβγαινε καπνός. Έμπαινε άνθρωπος, έβγαινε υγρό σαπούνι. Μία δεξαμενή, όπου μάζευαν το καυτό λίπος από τα απανθρακωμένα κορμιά. «Πολλές φορές έριχναν μέσα στο λαρδί τα μωρά για να τα θανατώσουν». Για να γελάσουν. Για να γελάσουν. Για να γελάσουν. Για να γελάσουν.

 

Ράγες. Πολλές ράγες. Ράγες που σταματούσαν στη μέση του τίποτα, στα καλά καθούμενα και στα κακά μελλούμενα. Έρχονταν από τον έξω κόσμο και οδηγούσαν στον κάτω κόσμο. Η πλατφόρμα του κακωσορίσματος. Ρεχτς! Λινκς! Οι άνδρες είχαν ακόμα γένια. Οι γυναίκες, μακριά μαλλιά. Τα παιδιά, παιχνίδια στα χέρια. Οι ασθενείς, την ελπίδα ότι θα τους δει γιατρός.

 

«Λουτρά», παιάνιζε μία ψευδεπίγραφη επιγραφή. «Ίσως μας αφήσουν να κάνουμε και ένα μπάνιο, να φύγουν οι ψείρες». «Κοιτάξτε, από εκείνο το κτίριο βγαίνει καπνός, μάλλον θα ψήνουν ψωμί». Αλλά τι είναι αυτή η αλλόκοτη μυρωδιά;

 

Ψέματα. Πολλά ψέματα. «Η εργασία απελευθερώνει». Όλα τα ψέματα μαζεμένα σε ένα. Καρφωμένα στην πύλη του στρατοπέδου. Δεξιά, σκοπιά. Αριστερά, σκοπιά. Από κάτω, σκυλιά. Πίσω από τα σκυλιά, άλλα σκυλιά. Τσακάλια. Άγριοι λύκοι με προβιά άγριου λύκου.  «Απαγορεύονται οι συνομιλίες», στα λουτρά. «Ομιλείτε χαμηλοφώνως», στους κοιτώνες. Οι πινακίδες της υποκρισίας.

 

Οιμωγές που ακούγονται μέσα από τους ραγισμένους τοίχους. Σπαραγμοί, που βγαίνουν από τα παγωμένα πατώματα. «Η εργασία απελευθερώνει». Ο θάνατος θα ήταν, για πολλούς, απελευθέρωση. Λύτρωση. Φευγιό. Μία τελευταία στιγμή ανθρώπινης υπερηφάνειας και αντίστασης. Αξιοπρέπειας. Στον τόπο όπου πέθαινε η αξιοπρέπεια.

 

Το Άουσβιτς, επτά δεκαετίες μετά το Ολοκαύτωμα . Η χειρότερη και ταυτόχρονα η καλύτερη μέρα της ζωής μου. Ο εγκέφαλος έδινε εντολή στα γόνατα να αντέξουν και στις μουδιασμένες αισθήσεις να αφομοιώσουν κάθε εικόνα, κάθε συναίσθημα. «Θα τα λες και δεν θα σε πιστεύουν, όπως δεν πίστευαν τις διηγήσεις όσων επιβίωσαν. Μέχρι που είδαν τις φωτογραφίες από τα στρατόπεδα».

 

Μακάρι να μπορούσα να πάρω μαζί όλους τους φίλους μου, σε αυτόν τον εφιάλτη. Ακόμα καλύτερα, όλους τους εχθρούς μου. Οι φίλοι μου τα ξέρουν και τα αποτάσσονται. Οι εχθροί μου καμώνονται ότι δεν τα ξέρουν και τα νοσταλγούν. Δεν έχω εχθρούς, αλλά όποιος εφευρίσκει άλλοθι και δικαιολογίες για τη ναζιστική θηριωδία είναι εχθρός μου.

 

Όταν η Ιστορία γίνει σιωπή, θα τοποθετηθούν τα θεμέλια για να την ξαναζήσουμε. Αν συνηθίσεις τη σιωπή, σειρά μετά έχει η ντροπή.

 

Νίκος Παπαδογιάννης